Η πιθανή συμφωνία Ιράν–ΗΠΑ απειλείται με ακύρωση λόγω διαφωνιών για τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια. Η Τεχεράνη ζητά άμεση αποδέσμευση 12 δισ. δολαρίων ως προϋπόθεση συνέχισης των συνομιλιών.
Η προοπτική μιας νέας συμφωνίας ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, με την Τεχεράνη να προειδοποιεί, μέσω του πρακτορείου Tasnim, ότι η διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί. Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαμάχη για τα δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με τις ιρανικές πηγές, εξακολουθεί να «παρεμποδίζει».
Το αγκάθι των δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων
Κεντρικό σημείο τριβής είναι η αποδέσμευση των ιρανικών κεφαλαίων που έχουν μπλοκαριστεί στο εξωτερικό λόγω κυρώσεων και περιορισμών. Το πρακτορείο Tasnim υπογραμμίζει ότι η απροθυμία των ΗΠΑ να χαλαρώσουν τη στάση τους ως προς την απελευθέρωση αυτών των πόρων απειλεί να τινάξει στον αέρα τη συμφωνία. Για την ιρανική πλευρά, η πρόσβαση σε αυτά τα κεφάλαια συνδέεται άμεσα με την οικονομική της σταθερότητα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης βασικών κρατικών λειτουργιών.
Παράλληλα, το Iran International, επικαλούμενο «ενημερωμένη πηγή», αναφέρει ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές θέτουν ως σαφή προϋπόθεση την «άμεση αποδέσμευση» 12 δισ. δολαρίων σε δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία που κρατούνται στο Κατάρ. Η απαίτηση αυτή λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς την Ουάσιγκτον, αλλά και ως εσωτερικό μήνυμα ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να προχωρήσει σε πολιτικό συμβιβασμό χωρίς απτό οικονομικό αντάλλαγμα.
Γιατί η Ουάσιγκτον κρατά σκληρή γραμμή;
Η αμερικανική επιφυλακτικότητα απέναντι στην αποδέσμευση των ιρανικών κεφαλαίων συνδέεται με την ευρύτερη αρχιτεκτονική των κυρώσεων. Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία ως μέσο πίεσης, επιδιώκοντας ανταλλάγματα σε ζητήματα όπως η πυρηνική δραστηριότητα του Ιράν, η περιφερειακή του πολιτική και η συμμόρφωση σε διεθνείς δεσμεύσεις. Η χαλάρωση των περιορισμών χωρίς σαφείς εγγυήσεις θεωρείται από αμερικανικούς θεσμούς ότι θα μείωνε τη διαπραγματευτική τους ισχύ.
Η αναφορά του Tasnim ότι οι ΗΠΑ «παρεμποδίζουν» κρίσιμες ρήτρες της υπό διαμόρφωση συμφωνίας αποτυπώνει την απόσταση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο πλευρές. Για την Τεχεράνη, η εμπειρία προηγούμενων συμφωνιών, όπου η υλοποίηση υπήρξε αμφισβητούμενη, ενισχύει την απαίτηση για άμεσες και μετρήσιμες κινήσεις, όπως η εκταμίευση των 12 δισ. δολαρίων στο Κατάρ.
Πιθανή ακύρωση: διαπραγματευτική τακτική ή πραγματικός κίνδυνος;
Η προειδοποίηση ότι η συμφωνία μπορεί να ακυρωθεί λειτουργεί και ως μήνυμα προς το εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο του Ιράν, αλλά και ως πίεση προς τις ΗΠΑ. Η Τεχεράνη επιχειρεί να δείξει ότι δεν θα αποδεχθεί μια συμφωνία που δεν διασφαλίζει άμεσο οικονομικό όφελος, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία όπου η πρόσβαση σε συνάλλαγμα είναι κρίσιμη. Η αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό και σε συγκεκριμένη χώρα (Κατάρ) προσδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο σε μια κατά τα άλλα ευρύτερη γεωπολιτική διαπραγμάτευση.
Για την Ουάσιγκτον, η διαχείριση των δεσμευμένων κεφαλαίων δεν είναι μόνο διμερές ζήτημα, αλλά και μήνυμα προς άλλες χώρες υπό κυρώσεις για το πώς λειτουργεί το σύστημα οικονομικής πίεσης. Οποιαδήποτε υποχώρηση χωρίς σαφές αντάλλαγμα θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδυνάμωση ενός βασικού εργαλείου εξωτερικής πολιτικής.
Θεσμικές προεκτάσεις και περιφερειακές ισορροπίες
Η διαφωνία για τα 12 δισ. δολάρια στο Κατάρ αναδεικνύει τον ρόλο τρίτων χωρών ως διαμεσολαβητών και θεματοφυλάκων κεφαλαίων σε περιόδους έντασης. Η θέση του Κατάρ ως χώρας που φιλοξενεί δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία το τοποθετεί στο κέντρο μιας ευαίσθητης ισορροπίας ανάμεσα σε Τεχεράνη και Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το πώς τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα και οι ρυθμίσεις για τα κεφάλαια μπορούν να λειτουργήσουν ως παράταση της διπλωματίας με οικονομικά μέσα.
Σε θεσμικό επίπεδο, η υπόθεση δείχνει πώς οι κυρώσεις και οι δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων μετατρέπονται σε μακροχρόνιους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης. Η απαίτηση του Ιράν για «άμεση αποδέσμευση» αποτελεί ουσιαστικά αίτημα επαναδιαπραγμάτευσης των όρων αυτών των μηχανισμών, με στόχο μεγαλύτερο βαθμό οικονομικής αυτονομίας, χωρίς όμως να είναι σαφές μέχρι ποιο σημείο οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η εξέλιξη των σχέσεων Ιράν–ΗΠΑ έχει έμμεσες αλλά ουσιαστικές συνέπειες. Οποιαδήποτε κλιμάκωση ή εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις μπορεί να επηρεάσει τις αγορές ενέργειας και τη σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο, με αντανάκλαση στις τιμές καυσίμων και στη ναυτιλιακή δραστηριότητα, όπου ο ελληνόκτητος στόλος έχει ισχυρή παρουσία. Διπλωματικά, η Αθήνα παρακολουθεί στενά τέτοιες διεθνείς κινήσεις, καθώς επηρεάζουν το συνολικό πλαίσιο ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, μέσα στο οποίο διαμορφώνονται και οι δικές της στρατηγικές επιλογές.






