Στο Λονδίνο ανοίγει ξανά η ιδεολογική συζήτηση για τον ρόλο της κεντροαριστεράς, υπό το βάρος ανισοτήτων και πιεσμένων δημόσιων υπηρεσιών. Η αναμέτρηση με το παρελθόν της αγοράς και τις νέες κοινωνικές ρωγμές αποκτά ευρωπαϊκή σημασία.
Η βρετανική κεντροαριστερά μπαίνει σε φάση επαναπροσδιορισμού, καθώς η εκτόξευση των ανισοτήτων και η φθορά των δημόσιων υπηρεσιών αποκαλύπτουν τα όρια του υφιστάμενου οικονομικού μοντέλου. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το φορολογικό μείγμα ή τις δαπάνες, αλλά το ίδιο το ερώτημα ποιος είναι ο πυρήνας της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας.
Πώς αλλάζει η σχέση κεντροαριστεράς και αγορών;
Μετά τις ήττες της δεκαετίας του 1950 και του 1980, το βρετανικό Εργατικό Κόμμα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει ριζικά τη στάση του απέναντι στον καπιταλισμό και τον ρόλο του κράτους. Η περίοδος των κυβερνήσεων Μπλερ και Μπράουν σφράγισε την αποδοχή της οικονομίας της αγοράς, με έμφαση στη ρύθμιση και όχι στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Σήμερα, η κριτική εστιάζει στις αποτυχίες των ιδιωτικοποιήσεων της θατσερικής περιόδου και στη συγκέντρωση ισχύος σε παγκόσμιους τεχνολογικούς ομίλους. Η άνοδος των περιφερειακών ανισοτήτων και η αποβιομηχάνιση αφήνουν ολόκληρες περιοχές χωρίς οικονομικό σκοπό, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το αφήγημα ότι η αγορά από μόνη της διαχέει ευημερία.
Γιατί η ιδεολογική συζήτηση συνδέεται με τη δημοσιονομική πραγματικότητα;
Η βρετανική συζήτηση δεν περιορίζεται σε αφηρημένες ιδεολογικές τοποθετήσεις, αλλά προσγειώνεται στο ερώτημα του «τι κοστίζει τι». Η μετάβαση από μια παθητική πολιτική επιδομάτων σε μια στρατηγική επένδυσης σε δεξιότητες και εργασία, όπως αναδεικνύεται στη συζήτηση για τους νέους εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης, απαιτεί μακροχρόνια δέσμευση πόρων.
Η λογική του «επενδύουμε για να εξοικονομήσουμε» προϋποθέτει πολιτική υπομονή και εμπιστοσύνη ότι τα οφέλη θα έρθουν μετά από χρόνια, όχι σε έναν εκλογικό κύκλο. Το κεντρικό ερώτημα είναι αν το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών και η κοινωνία είναι διατεθειμένα να αποδεχθούν υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και ενδεχομένως μεγαλύτερο χρέος βραχυπρόθεσμα, για να μειώσουν τις κοινωνικές δαπάνες και να αυξήσουν την παραγωγικότητα μακροπρόθεσμα.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η βρετανική αναμέτρηση με τις ανισότητες, τις ιδιωτικοποιήσεις και τον ρόλο των δημόσιων επενδύσεων λειτουργεί ως καθρέφτης και για την ελληνική συζήτηση. Η Ελλάδα βρίσκεται σε παρόμοιο σταυροδρόμι: με υψηλό ιδιωτικό και δημόσιο χρέος, γηρασμένο πληθυσμό και επίμονες περιφερειακές ανισότητες, η επιλογή μεταξύ βραχυπρόθεσμης δημοσιονομικής πειθαρχίας και μακροπρόθεσμης επενδυτικής στρατηγικής είναι κεντρική.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, το μήνυμα είναι διπλό: πρώτον, ότι η κεντροαριστερή και κεντροδεξιά διαχείριση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε τεχνικές προσαρμογές, αλλά χρειάζεται σαφές κοινωνικό και παραγωγικό σχέδιο· δεύτερον, ότι η συζήτηση για ιδιωτικοποιήσεις, αγορά εργασίας και περιφερειακή πολιτική πρέπει να συνδεθεί με μετρήσιμες επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και υποδομές. Η εμπειρία του Ηνωμένου Βασιλείου δείχνει πως χωρίς διαφάνεια στο «κόστος» των πολιτικών και χωρίς θεσμική συνέχεια, ακόμη και οι καλύτερες ιδέες μένουν χωρίς αντίκρισμα στις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.
Διαβάστε επίσης:
Βρετανία: Πρόωρη πρόσβαση σε συντάξεις ως ανάχωμα στη γενεακή ανισότητα
Βρετανία: Η Κούπερ καλεί Ιράν και Ισραήλ να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση
#Βρετανία #ΕργατικόΚόμμα #κεντροαριστερά #ανισότητες #δημόσιεςεπενδύσεις






