Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν μόλις κατά 0,3% από το 2019, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τη βελτίωση της απασχόλησης. Η νέα έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ φωτίζει μια οικονομία που τρέχει γρηγορότερα από τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν σχεδόν ανεπαίσθητα την περίοδο 2019-2025, την ώρα που η ελληνική οικονομία καταγράφει θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ. Η Ετήσια Έκθεση 2026 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ περιγράφει μια οικονομία που έχει αφήσει πίσω της την οξεία φάση της κρίσης, χωρίς όμως να έχει πετύχει ουσιαστική σύγκλιση στα εισοδήματα και στο βιοτικό επίπεδο.
Πώς γίνεται να αναπτύσσεται η οικονομία αλλά να «κολλάνε» οι πραγματικοί μισθοί;
Σύμφωνα με την έκθεση, ο μέσος πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% από το 2019, ενώ σε σχέση με το 2021 –αφετηρία της πληθωριστικής κρίσης– είναι χαμηλότερος κατά 1,3%. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης δεν περνά στις τσέπες των εργαζομένων, παρά τη μείωση της ανεργίας στο 8,9% και την αύξηση της απασχόλησης στο 64,6%.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει μεγαλύτερες ώρες εργασίας από πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ πάνω από τους μισούς ανέργους (55,8%) παραμένουν εκτός αγοράς για πάνω από έναν χρόνο. Η ποιοτική υστέρηση στην αγορά εργασίας και οι κλαδικές ανισορροπίες περιορίζουν την ικανότητα της ανάπτυξης να μεταφράζεται σε καλύτερες αμοιβές.
Κατανάλωση, ακίνητα και εξαγωγικό έλλειμμα: ένα εύθραυστο μοντέλο
Η έκθεση αναδεικνύει ότι η ελληνική ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία φτάνει στο 67,8% του ΑΕΠ έναντι 51,2% στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, οι καθαρές εξαγωγές είναι αρνητικές και επιδεινώνονται, από -1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε -4,5% το 2025, υποδηλώνοντας αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές.
Οι επενδύσεις εμφανίζουν ανάκαμψη, με το επενδυτικό μερίδιο να ανεβαίνει στο 16,9% του ΑΕΠ, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 21,3%. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η στροφή των επενδύσεων προς τα ακίνητα: το μερίδιο των κατοικιών στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου εκτινάχθηκε από 7,4% σε 18,2%, ενώ οι επενδύσεις σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνίες υποχώρησαν από 9,6% σε 7,7%.
Πραγματικοί μισθοί, ανισότητες και κοινωνική αντοχή
Πίσω από τους μακροοικονομικούς δείκτες, η κοινωνική εικόνα παραμένει εύθραυστη, με τους πραγματικούς μισθούς στάσιμους και σημαντικές εισοδηματικές ανισότητες. Σε κλάδους έντασης εργασίας, όπως εμπόριο, μεταφορές, αποθήκευση, τουρισμός και εστίαση, το πραγματικό ωρομίσθιο παραμένει 25,3% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009, ενώ σε εκπαίδευση και υγεία οι αποδοχές υπολείπονται των επιπέδων του 2019 και της προ κρίσης περιόδου.
Ταυτόχρονα, η χώρα εμφανίζει υψηλότερες εισοδηματικές ανισότητες από τον μέσο όρο της ΕΕ και αυξημένους δείκτες οικονομικής στενότητας, ειδικά για οικογένειες με παιδιά. Το 34,9% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα τέκνα έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που αποτυπώνει τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης.
ΑΕΠ, παραγωγικότητα και το στοίχημα του νέου μοντέλου
Παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ: 19.400 € έναντι 34.110 €. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η χώρα βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από 66% το 2019, δείχνοντας ότι η σύγκλιση προχωρά με πολύ αργό ρυθμό.
Η έκθεση καταλήγει ότι η υπερβολική εξάρτηση από κατανάλωση, υπηρεσίες, τουρισμό και ακίνητα, σε συνδυασμό με αδύναμη βιομηχανική βάση και περιορισμένη τεχνολογική αναβάθμιση, δεν επαρκεί για βιώσιμη ανάπτυξη. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι αν η μεγέθυνση θα μετατραπεί σε ουσιαστικές αυξήσεις πραγματικών μισθών, υψηλότερη παραγωγικότητα και πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.
SBC Red Line
Η έκθεση δείχνει ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα μοντέλο «ανάπτυξης χωρίς αύξηση μισθών», όπου το ΑΕΠ μεγαλώνει αλλά η καθημερινότητα των εργαζομένων αλλάζει ελάχιστα. Αν αυτό παγιωθεί, η κοινωνική κόπωση θα προηγηθεί της οικονομικής σύγκλισης.
Για τις επιχειρήσεις, το μείγμα υψηλής κατανάλωσης, χαμηλών πραγματικών μισθών και επενδύσεων προσανατολισμένων στα ακίνητα σημαίνει περιορισμένη δεξαμενή ανθρώπινου κεφαλαίου και ασθενέστερη εσωτερική αγορά υψηλής αξίας. Η έλλειψη επενδύσεων σε τεχνολογία και παραγωγικότητα θα πιέζει μακροπρόθεσμα τα περιθώρια κέρδους.
Το επόμενο στοίχημα δεν είναι μόνο περισσότερη ανάπτυξη, αλλά διαφορετική ανάπτυξη: παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση και μισθολογική σύγκλιση. Χωρίς αυτά, η χώρα θα συνεχίσει να κινείται στο 68% της Ευρώπης, με ένα κοινωνικό σώμα που δυσκολεύεται να αντέξει το κόστος της «ανάκαμψης».
#πραγματικοίμισθοί #ελληνικήοικονομία #αγοραστικήδύναμη #ΙΝΕΓΣΕΕ #ανισότητες #φτώχεια #επενδύσεις #κατανάλωση #αγοράεργασίας #ανεργία #ΑΕΠ #παραγωγικότητα #τουρισμός #ακίνητα #μισθολογικήσύγκλιση






