Η θεαματική πτώση του κόστους δανεισμού στις αγορές ομολόγων επιτρέπει στις ελληνικές τράπεζες να διατηρούν υψηλή κερδοφορία παρά τις μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ. Ταυτόχρονα ενισχύεται η δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν πιο επιθετικά την οικονομία με ανταγωνιστικά επιτόκια.
Το 2025 εξελίχθηκε σε έτος καμπής για τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, καθώς το μέσο κόστος χρήματος υποχώρησε κάτω από το 1% ήδη από τα μέσα Ιουνίου και η τάση αυτή συνεχίζεται στις πρώτες ημέρες του 2026. Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων στα τραπεζικά ομόλογα, σε συνδυασμό με τα ισχυρά κεφαλαιακά «μαξιλάρια» και το μπαράζ αναβαθμίσεων από τους οίκους αξιολόγησης, αλλάζει επίπεδο για τον κλάδο και επανατοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες στον ευρωπαϊκό χάρτη.
Πτώση αποδόσεων και άμεσο όφελος στο κόστος χρήματος
Στο πρώτο δεκαπενθήμερο του 2026, οι αποδόσεις των ομολόγων senior που εκδίδουν οι ελληνικές τράπεζες μειώθηκαν κατά περίπου 15 μονάδες βάσης, διαμορφούμενες γύρω στο 3% στις 15 Ιανουαρίου, από 3,15% έναν μήνα πριν. Ενδεικτικό της αναβάθμισης του κινδύνου χώρας και κλάδου είναι ότι αντίστοιχα ομόλογα τραπεζών της Ευρωζώνης με αξιολόγηση BBB διαπραγματεύονται ακριβότερα, με απόδοση περίπου 3,10%.
Ακόμη μεγαλύτερο όφελος καταγράφεται στους subordinated τίτλους, όπου τα «επιτόκια» υποχώρησαν κατά μέσο όρο 16 μονάδες βάσης, στο 3,75% από 3,91% στα μέσα Δεκεμβρίου 2025. Σε ετήσια βάση, από τον Ιανουάριο του 2025, οι αποδόσεις έχουν μειωθεί κατά 32 μονάδες βάσης στα senior και κατά 102 μονάδες βάσης στα subordinated, περιορίζοντας δραστικά το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές.
Κερδοφορία παρά τις μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ
Το 2025 ήταν χρονιά συνολικής μείωσης των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα, γεγονός που θα μπορούσε να διαβρώσει τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών. Ωστόσο, η παράλληλη πτώση του κόστους χρηματοδότησης, τόσο μέσω ομολόγων όσο και μέσω διατραπεζικής αγοράς, επέτρεψε στις ελληνικές τράπεζες να ανακτήσουν σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες από τη μείωση των επιτοκιακών εσόδων.
Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση της κερδοφορίας σε υψηλά επίπεδα, με περιθώριο για πιο επιθετική πολιτική τιμολόγησης στα νέα δάνεια. Οι τράπεζες μπορούν να προσφέρουν ανταγωνιστικότερα επιτόκια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, χωρίς να θυσιάζουν τα περιθώρια κέρδους τους, ενισχύοντας την πιστωτική επέκταση σε μια περίοδο που η οικονομία έχει ανάγκη από επενδύσεις.
Αναβαθμίσεις, καταθέσεις και απεξάρτηση από την ΕΚΤ
Καθοριστικό ρόλο στη συμπίεση του κόστους δανεισμού έπαιξε η διαδοχική βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας τόσο του Ελληνικού Δημοσίου όσο και των ίδιων των τραπεζών. Το 2024 και το 2025, S&P, Moody’s, Fitch και Morningstar DBRS προχώρησαν σε αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις, στέλνοντας σαφές σήμα σε διεθνείς επενδυτές ότι ο κλάδος έχει αφήσει πίσω του την περίοδο υψηλού κινδύνου.
Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ουσιαστικά μηδενίσει τη χρηματοδότησή τους από την ΕΚΤ και περιορίσει την εξάρτησή τους από τη διατραπεζική αγορά. Πάνω από το 85% της χρηματοδότησης προέρχεται πλέον από καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων – το υψηλότερο ποσοστό της τελευταίας εξαετίας – προσφέροντας σταθερή και φθηνή βάση ρευστότητας. Αυτό το μείγμα, σε συνδυασμό με την άνεση κεφαλαίων, δημιουργεί χώρο για βιώσιμη πιστωτική επέκταση και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μελλοντικές διακυμάνσεις επιτοκίων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σημερινή εικόνα του τραπεζικού κλάδου δείχνει ότι το στοίχημα της εξυγίανσης κερδήθηκε· το πραγματικό τεστ όμως θα είναι αν το φθηνό χρήμα μεταφραστεί σε ουσιαστική στήριξη της παραγωγικής οικονομίας και όχι μόνο σε βελτιωμένα αποτελέσματα ισολογισμών.







