Η αμερικανική οικονομία επιβραδύνεται στο 1,4% το δ΄ τρίμηνο, με το shutdown και την κόπωση της κατανάλωσης να πλήττουν την εικόνα Τραμπ. Η πολιτική διαχείριση της οικονομίας γίνεται πλέον κεντρικό πεδίο σύγκρουσης ενόψει 2026.
Η εικόνα της αμερικανικής οικονομίας, που ο Ντόναλντ Τραμπ προβάλλει ως βασικό ατού της προεδρίας του, αρχίζει να ραγίζει. Το υπουργείο Εμπορίου εκτίμησε ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό μόλις 1,4% στο δ΄ τρίμηνο, καθώς το ιστορικά παρατεταμένο κυβερνητικό shutdown και η κόπωση της καταναλωτικής δαπάνης φρέναραν την ανάπτυξη.
Το shutdown, η κατανάλωση και ο πληθωρισμός
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία, το 43ήμερο κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αφαίρεσε περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από την αύξηση του ΑΕΠ. Αν και μέρος αυτής της απώλειας εκτιμάται ότι θα ανακτηθεί τους επόμενους μήνες, η ουσία είναι ότι η πραγματική οικονομική δραστηριότητα υπέστη σαφές πλήγμα. Ταυτόχρονα, τα νοικοκυριά περιόρισαν τις δαπάνες για καταναλωτικά αγαθά προς το τέλος του έτους, ένδειξη ότι η ψυχολογία των καταναλωτών δεν συμβαδίζει με την έως τώρα μακροοικονομική δυναμική.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση, το υπουργείο Εμπορίου ανέφερε ότι οι τιμές, εξαιρουμένων τροφίμων και ενέργειας, αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 3% τον Δεκέμβριο – μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον στόχο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Ο συνδυασμός χαμηλότερης ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού δυσκολεύει τη νομισματική πολιτική και επιβαρύνει το πολιτικό αφήγημα του Λευκού Οίκου.
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από Fed και Δημοκρατικούς
Πριν ακόμη δημοσιευθούν τα στοιχεία, ο Τραμπ επιχείρησε να μεταφέρει την ευθύνη. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social υποστήριξε ότι «το shutdown των Δημοκρατικών κόστισε στις ΗΠΑ τουλάχιστον δύο μονάδες ΑΕΠ» και επιτέθηκε εκ νέου στον πρόεδρο της Fed Τζερόμ Πάουελ, τον οποίο αποκάλεσε «ο χειρότερος», ζητώντας χαμηλότερα επιτόκια. Η ρητορική του στοχεύει αφενός να ενοχοποιήσει τους Δημοκρατικούς για την επιβράδυνση, αφετέρου να πιέσει δημόσια τη Fed ώστε να στηρίξει την ανάπτυξη με πιο χαλαρή πολιτική.
Παρά την επιβράδυνση, ορισμένοι δείκτες παραμένουν ανθεκτικοί. Οι τελικές πωλήσεις προς ιδιώτες εγχώριους αγοραστές –δείκτης που συνδυάζει επενδύσεις και κατανάλωση– αυξήθηκαν κατά 2,4% στο δ΄ τρίμηνο, ελαφρώς χαμηλότερα από το γ΄ τρίμηνο αλλά σε γραμμή με την μετα-πανδημική ανάκαμψη. Ο Λευκός Οίκος αξιοποιεί αυτά τα στοιχεία για να υποστηρίξει ότι η ιδιωτική οικονομία παραμένει ισχυρή, αποδίδοντας τις πιέσεις αποκλειστικά σε «τεχνητά» εμπόδια, όπως το shutdown.
Διχασμένη κοινωνία, ρίσκο για τις αγορές
Παρά τα θετικά στοιχεία της προηγούμενης περιόδου για απασχόληση και πληθωρισμό, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν επιδείνωση της εικόνας του προέδρου στο πεδίο της οικονομίας. Έρευνες δείχνουν ότι σημαντική πλειονότητα των Αμερικανών αξιολογεί αρνητικά τη διαχείρισή του, με το χάσμα εμπιστοσύνης να διευρύνεται. Ο υπηρεσιακός επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, Πιερ Γιαρέντ, αποδίδει τον απαισιόδοξο τόνο των καταναλωτών στις μνήμες του πληθωριστικού κύματος της περιόδου Μπάιντεν, υποστηρίζοντας ότι τα «σκληρά δεδομένα» ανάπτυξης και ανεργίας δίνουν πιο ακριβή εικόνα.
Αναλυτές, όπως ο Τζόελ Καν της Mortgage Bankers Association, προειδοποιούν ότι το 2026 πιθανόν θα χαρακτηρίζεται από διττή δυναμική: τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα θα συνεχίσουν να στηρίζουν την κατανάλωση, ενώ τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά θα πιέζονται από αυξημένο κόστος διαβίωσης, μεγαλύτερες περιόδους ανεργίας και διογκωμένο καταναλωτικό χρέος. Για τις αγορές, η σταδιακή επιβράδυνση, σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα και τη συνεχιζόμενη σύγκρουση Τραμπ–Fed, συνιστά μείγμα που αυξάνει τη μεταβλητότητα και περιορίζει την ορατότητα για επενδυτές και επιχειρήσεις διεθνώς.
Σχόλιο
: Η επιβράδυνση δεν συνιστά ακόμη ύφεση, αλλά μετατρέπει την οικονομία σε κεντρικό, αβέβαιο μέτωπο της προεδρίας Τραμπ. Η σύγκρουση με τη Fed και η εργαλειοποίηση του shutdown υπονομεύουν τη θεσμική αξιοπιστία των ΗΠΑ, ενώ η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων περιορίζει το βάθος της ανάπτυξης. Για τις αγορές και την Ευρώπη, το μήνυμα είναι ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή, αλλά εισέρχεται σε φάση πιο εύθραυστης ισορροπίας, όπου κάθε πολιτικό λάθος μπορεί να έχει δυσανάλογο κόστος.




