Η εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που διακινούσε νοθευμένο ηλιέλαιο ως εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αποκαλύπτει το βάθος της απάτης στην αγορά τροφίμων. Η υπόθεση έχει σοβαρές προεκτάσεις για τους καταναλωτές, τα δημόσια έσοδα και το brand του ελληνικού ελαιολάδου στο εξωτερικό.
Μια καλά οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα στον χώρο των τροφίμων έφερε στο φως η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδος, εξαρθρώνοντας κύκλωμα που παρήγαγε και διακινούσε νοθευμένα έλαια. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., τα μέλη της οργάνωσης εμφάνιζαν ηλιέλαιο ως εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και σε εξαγωγές προς τη Γερμανία.
Την τελευταία εξαετία το κύκλωμα φέρεται να διακίνησε περίπου 600 τόνους νοθευμένου «ελαιολάδου» στην Ελλάδα και, μόνο στο προηγούμενο δεκάμηνο, ακόμη 81 τόνους στη Γερμανία. Η ζημία για τους καταναλωτές εκτιμάται στα 3,4 εκατ. ευρώ, ενώ οι διαφυγόντες φόροι για την εθνική οικονομία υπερβαίνουν τις 440.000 ευρώ.
Οργάνωση, μέθοδος και παραπλάνηση της αγοράς
Τρία φερόμενα μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν στην Ημαθία, σε επιχείρηση του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων με τη συνδρομή ειδικών υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ. Οι συλληφθέντες είναι ήδη γνωστοί στις αρχές για παρόμοιες υποθέσεις και αντιμετωπίζουν κατηγορίες για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη και παραβάσεις της νομοθεσίας για την αγορά προϊόντων, τα τρόφιμα και την υγεία.
Δύο από αυτούς είχαν εγκαταστήσει, από τις αρχές του 2020, εργαστήριο παρασκευής και τυποποίησης νοθευμένων ελαίων σε αποθήκη εντός της οικίας τους, ενώ τρίτος φερόμενος συνεργός διατηρούσε ξεχωριστό χώρο αποθήκευσης πρώτων υλών. Στο εργαστήριο μεταφερόταν ηλιέλαιο, το οποίο, με τη χρήση χρωστικών και αρωματικών ουσιών, μετατρεπόταν σε προϊόν που οπτικά και οργανοληπτικά προσομοίαζε με ελαιόλαδο.
Το τελικό προϊόν τοποθετούνταν σε πλαστικούς και μεταλλικούς περιέκτες, με ετικέτες που το εμφάνιζαν ως «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», με ενδείξεις προέλευσης από γνωστές ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας. Επιπλέον, οι συσκευασίες έφεραν ψευδή ποιοτικά χαρακτηριστικά και «βραβεία ποιότητας» σε ελληνική και ξένες γλώσσες, με στόχο την παραπλάνηση τόσο Ελλήνων όσο και ξένων καταναλωτών.
Επιπτώσεις στην αγορά και ενίσχυση των ελέγχων
Κατά τις έρευνες σε αποθήκες και χώρους της οργάνωσης κατασχέθηκαν 2.125 λίτρα ελαίων – εκ των οποίων τα 600 λίτρα ήδη τυποποιημένα ως «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο» – 44 κενοί μεταλλικοί περιέκτες, χαρτοκιβώτια, πώματα, παλετοφόρο, εργαλεία νόθευσης, χειρόγραφες σημειώσεις και 17.750 ευρώ σε μετρητά. Ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων έχει ήδη λάβει δείγματα για εργαστηριακή εξέταση, προκειμένου να τεκμηριωθεί πλήρως η έκταση της νοθείας.
Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επιχειρήσεων: από τον Νοέμβριο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2026, η ίδια υπηρεσία έχει εξαρθρώσει συνολικά έξι εγκληματικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στη νόθευση ελαίων, με 20 συλλήψεις, 29 κατηγορούμενους και 42.170 λίτρα κατασχεθέντων ελαίων.
Πέρα από την άμεση οικονομική ζημία, τέτοιες πρακτικές υπονομεύουν την αξιοπιστία του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές, όπου η φήμη για ποιότητα αποτελεί κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερους, συστηματικούς ελέγχους στην αλυσίδα παραγωγής και διακίνησης, καθώς και για ενίσχυση των μηχανισμών ιχνηλασιμότητας.
Σχόλιο
: Η εξάρθρωση της οργάνωσης είναι μεν επιτυχία των αρχών, αλλά ταυτόχρονα καμπανάκι για τις θεσμικές αντοχές της αγοράς τροφίμων. Όταν νοθευμένο ηλιέλαιο «βαφτίζεται» εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και φτάνει μέχρι τη Γερμανία, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η τσέπη του καταναλωτή, αλλά η ίδια η αξία του ελληνικού αγροδιατροφικού brand. Χωρίς διαρκείς, στοχευμένους ελέγχους και παραδειγματικές ποινές, το κόστος για την οικονομία και την αξιοπιστία της χώρας μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλάσιο.






