Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τον λιγνίτη λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η ενεργειακή ασφάλεια τίθεται πάνω από τα χρονοδιαγράμματα της πράσινης μετάβασης.
Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας φέρνουν τη Γερμανία αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς άφησε σαφώς ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης της ζωής των λιγνιτικών και ανθρακικών μονάδων, αμφισβητώντας για πρώτη φορά τόσο ευθέως τον μέχρι σήμερα σχεδιασμό της απολιγνιτοποίησης.
Ενεργειακή ασφάλεια έναντι χρονοδιαγραμμάτων
Μιλώντας σε εκδήλωση της «Frankfurter Allgemeine Zeitung» στη Φρανκφούρτη, ο Μερτς υπογράμμισε ότι «μπορεί να χρειαστεί να κρατήσουμε τα εργοστάσια άνθρακα στο δίκτυο για περισσότερο χρόνο». Όπως σημείωσε, δεν είναι διατεθειμένος «να παίξει με τον πυρήνα του ενεργειακού μας εφοδιασμού μόνο και μόνο επειδή συμφωνήσαμε κάποια χρονοδιαγράμματα πριν από χρόνια».
Η Γερμανία έχει χρησιμοποιήσει τον άνθρακα ως βασικό καύσιμο για δεκαετίες, ωστόσο το μερίδιό του στην ηλεκτροπαραγωγή έχει υποχωρήσει κάτω από το 22% το 2024, ενώ οι ανανεώσιμες αγγίζουν σχεδόν το 60%. Ο υφιστάμενος σχεδιασμός προβλέπει πλήρη έξοδο από τον άνθρακα έως το 2038, στο πλαίσιο της κλιματικής στρατηγικής και της μείωσης των εκπομπών. Η νέα τοποθέτηση του καγκελαρίου δεν ακυρώνει τυπικά τον στόχο, αλλά ανοίγει παράθυρο αναθεώρησης των ενδιάμεσων βημάτων, ιδίως εάν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίσει να επιβαρύνει τις ροές φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Διπλή στρατηγική: ΑΠΕ και φυσικό αέριο χωρίς πυρηνικά
Ο Μερτς επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει την επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές, από την αιολική έως τη φωτοβολταϊκή ενέργεια. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι ακόμη και με ισχυρή ανάπτυξη των ΑΠΕ, το σύστημα θα χρειαστεί «συμπλήρωμα» από φυσικό αέριο, το οποίο αντιμετωπίζεται ως μεταβατικό καύσιμο για την επόμενη δεκαετία. Παράλληλα, απέκλεισε ρητά την επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια στο άμεσο μέλλον, παρότι τμήμα του συντηρητικού χώρου στη Γερμανία πιέζει για επανεξέταση της απόφασης οριστικού κλεισίματος των πυρηνικών σταθμών.
Η στάση αυτή αντανακλά την προσπάθεια εξισορρόπησης τριών στόχων: κλιματικής ουδετερότητας, ενεργειακής ασφάλειας και ανεκτού κόστους για βιομηχανία και νοικοκυριά. Η παράταση λειτουργίας ανθρακικών μονάδων, ακόμη και ως εφεδρεία, μπορεί να μετριάσει κινδύνους διακοπών ή εκτόξευσης τιμών, αλλά κινδυνεύει να εκτροχιάσει τους κλιματικούς στόχους και να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τα κόμματα των Πρασίνων και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις.
Ευρωπαϊκές επιπτώσεις και ελληνικό ενδιαφέρον
Η συζήτηση στο Βερολίνο έχει ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση. Η Γερμανία παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στην ΕΕ και κάθε αναπροσαρμογή του μίγματος καυσίμων επηρεάζει τις τιμές χονδρικής, τις ροές φυσικού αερίου και τα σχέδια διασυνδέσεων. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης επιχειρούν να απεξαρτηθούν από τον λιγνίτη αλλά παραμένουν εκτεθειμένες σε εισαγόμενο φυσικό αέριο, η γερμανική «στροφή στην πραγματιστική ασφάλεια» λειτουργεί ως πολιτικό και τεχνικό προηγούμενο.
Το αν η Γερμανία θα επιλέξει τελικά μια πιο ήπια, παρατεταμένη απολιγνιτοποίηση ή θα επιμείνει αυστηρά στο 2038, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, τη σταθερότητα των θαλάσσιων διαδρόμων ενέργειας και την ταχύτητα με την οποία θα ωριμάσουν αποθηκευτικές τεχνολογίες και δίκτυα. Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα Μερτς είναι σαφές: η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Μερτς σηματοδοτεί μια στροφή από τον «κλιματικό ιδεαλισμό» σε πιο ωμό ενεργειακό ρεαλισμό: η πολιτική απολιγνιτοποίησης στην Ευρώπη θα κριθεί πλέον όχι μόνο από τους στόχους, αλλά από την ικανότητα των κυβερνήσεων να διασφαλίσουν φθηνή και αξιόπιστη ενέργεια σε συνθήκες γεωπολιτικής αστάθειας.






