Οι νέοι δασμοί 10% του Ντόναλντ Τραμπ αμφισβητούνται ήδη στα δικαστήρια, με το νομικό πεδίο να παραμένει θολό. Η υπόθεση αγγίζει τα όρια της προεδρικής εξουσίας στο εμπόριο και δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για τις αγορές.
Μόλις τρεις εβδομάδες μετά την ηχηρή ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ για τους προηγούμενους «απελευθερωτικούς» δασμούς, ο Λευκός Οίκος βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με μια σκληρή νομική μάχη γύρω από το νέο πακέτο εισαγωγικών φόρων.
Δημοκρατικοί γενικοί εισαγγελείς και κυβερνήτες από 24 Πολιτείες, μαζί με μια φιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης που εκπροσωπεί δύο μικρές επιχειρήσεις, κατέθεσαν προσφυγές στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου ζητώντας την ακύρωση των δασμών 10% που επέβαλε ο Τραμπ στους περισσότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο. Ο ίδιος έχει προαναγγείλει αύξηση στο 15%, χωρίς να την έχει ενεργοποιήσει μέχρι στιγμής.
Η στροφή στο Άρθρο 122 και η έννοια του «ισοζυγίου πληρωμών»
Σε αντίθεση με το προηγούμενο σχήμα, που στηριζόταν στον νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εκτάκτων Αναγκών (IEEPA) και απορρίφθηκε ως εντελώς ακατάλληλη βάση για δασμούς, ο Τραμπ πλέον επικαλείται το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Η διάταξη αυτή επιτρέπει προσωρινούς δασμούς όταν οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν «μεγάλο και σοβαρό έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών».
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της διαμάχης. Οι αντίδικοι του Τραμπ υποστηρίζουν ότι ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να ταυτίσει αυθαίρετα το «ισοζύγιο πληρωμών» με το εμπορικό έλλειμμα, δύο έννοιες που, όπως τονίζουν, είναι διακριτές τόσο στη διεθνή λογιστική όσο και στη νομική θεωρία. «Ο πρόεδρος προσπάθησε να κάνει ταχυδακτυλουργία, μετατρέποντας το ισοζύγιο πληρωμών σε ισοζύγιο εμπορίου», σημειώνουν χαρακτηριστικά νομικοί που προσέφυγαν κατά των μέτρων.
Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, εκτιμούν ότι η σκόπιμη ασάφεια του νομοθέτη το 1974 αφήνει περιθώρια ευρύτερης ερμηνείας, κάτι που θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του Λευκού Οίκου. Καθοριστικό θα είναι πόση «διακριτική ευχέρεια» θα αναγνωρίσουν τα δικαστήρια στον πρόεδρο για να κρίνει πότε μια ανισορροπία είναι «μεγάλη και σοβαρή».
Εξαιρέσεις, πολιτική στόχευση και κίνδυνος για το διεθνές εμπόριο
Η νομοθεσία απαιτεί οι δασμοί να έχουν «ευρεία και ομοιόμορφη εφαρμογή». Ωστόσο, η προεδρική διακήρυξη του Τραμπ συνοδεύεται από 88 σελίδες εξαιρέσεων: πλήρης απαλλαγή για Μεξικό και Καναδά, καθώς και για ορισμένα προϊόντα από χώρες της Κεντρικής Αμερικής, αλλά και στοχευμένα «παράθυρα» για κατηγορίες αγαθών με υψηλή πολιτική ευαισθησία, όπως τρόφιμα, αυτοκίνητα και φάρμακα.
Οι προσφεύγοντες κάνουν λόγο για κατάφωρη παραβίαση της απαίτησης ομοιομορφίας, υποστηρίζοντας ότι οι εξαιρέσεις υπαγορεύονται από πολιτικούς υπολογισμούς και φόβο για αντιδράσεις καταναλωτών, παρά από μια συνεκτική στρατηγική ισοζυγίου πληρωμών. Ο Λευκός Οίκος επικαλείται «ανάγκες της αμερικανικής οικονομίας» και ειδικές προβλέψεις του νόμου, όμως η αξιοπιστία των πραγματικών δεδομένων που παρουσιάζει θα βρεθεί στο μικροσκόπιο.
Για τις διεθνείς αγορές και τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, η αβεβαιότητα είναι διπλή: αφενός, νομική –καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη δείξει διάθεση να θέσει όρια στην προεδρική αυθαιρεσία στο εμπόριο– και αφετέρου, χρονική. Το Άρθρο 122 περιορίζει τους δασμούς σε 150 ημέρες, με λήξη στα τέλη Ιουλίου, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά αμφίβολο αν θα υπάρξει τελεσίδικη δικαστική κρίση πριν εκπνεύσουν.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται νέα σύγκρουση αν ο Τραμπ επιχειρήσει να «ανακυκλώσει» τα μέτρα για δεύτερη περίοδο 150 ημερών, κάτι που ο νόμος δεν προβλέπει ρητά αλλά ούτε απαγορεύει ξεκάθαρα, αφήνοντας ακόμη ένα γκρίζο σημείο προς ερμηνεία.
Σχόλιο
: Η νέα νομική μάχη γύρω από τους δασμούς Τραμπ δείχνει ότι η μονομερής εργαλειοποίηση του εμπορίου από τον Λευκό Οίκο συναντά πλέον ουσιαστικά θεσμικά αντίβαρα. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό: αφενός, ότι η αμερικανική εμπορική πολιτική θα παραμείνει απρόβλεπτη, αφετέρου, ότι τα δικαστήρια στις ΗΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στις πιο ακραίες επιλογές. Σε κάθε περίπτωση, οι επιχειρήσεις που εξάγουν στην αμερικανική αγορά οφείλουν να προετοιμαστούν για ένα περιβάλλον συνεχούς νομικής και δασμολογικής ρευστότητας.






