Λογαριασμοί ρεύματος και κρίση: Γιατί ο λιγνίτης δεν είναι λύση

Παρά την αναζωπύρωση της ενεργειακής αβεβαιότητας, η επιστροφή στον λιγνίτη αποκλείεται από τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Το νέο ενεργειακό μείγμα με ΑΠΕ και φυσικό αέριο καθορίζει πλέον το κόστος του ρεύματος.

Η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας και η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα: μπορεί ο λιγνίτης να ξαναγίνει «φθηνό» καταφύγιο για την ελληνική οικονομία και τους λογαριασμούς ρεύματος; Σύμφωνα με πηγές του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η απάντηση είναι σαφής: η επιστροφή στον λιγνίτη δεν αποτελεί επιλογή, ακόμη και σε δυσμενή σενάρια για την αγορά ενέργειας.

Γιατί ο λιγνίτης δεν είναι πια φθηνός

Η κρίση του 2022, με τις τιμές φυσικού αερίου στο TTF να ξεπερνούν τα 300 ευρώ/MWh και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από αέριο να εκτοξεύεται πάνω από 400 ευρώ/MWh, έδωσε πρόσκαιρα στον λιγνίτη ρόλο «σωσιβίου». Τότε, παρά το υψηλό κόστος ρύπων, το κόστος παραγωγής από λιγνίτη κινούνταν περίπου στα 180–220 ευρώ/MWh, καθιστώντας τον συγκριτικά φθηνότερο. Αυτό οδήγησε σε προσωρινή αύξηση της λιγνιτικής παραγωγής, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από το πανάκριβο φυσικό αέριο.

Ωστόσο, αυτό το παράθυρο «ανταγωνιστικότητας» ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Μία λιγνιτική μονάδα εκπέμπει 1–1,1 τόνο CO₂ ανά MWh, με τα δικαιώματα εκπομπών γύρω στα 80 ευρώ/τόνο. Μόνο το κόστος ρύπων φτάνει τα 80–90 ευρώ/MWh, πριν καν προστεθεί το λειτουργικό κόστος. Έτσι, ο λιγνίτης έχει πάψει να είναι το παλιό, πραγματικά φθηνό εγχώριο καύσιμο που διαμόρφωνε σταθερά χαμηλές τιμές ρεύματος.

Η κρίση εκείνης της περιόδου ανέδειξε και το δημοσιονομικό αποτύπωμα της ενεργειακής εξάρτησης: μόνο το 2022 διατέθηκαν περίπου 10 δισ. ευρώ για επιδοτήσεις λογαριασμών, ενώ την τριετία 2021–2023 τα μέτρα στήριξης ξεπέρασαν τα 13 δισ. ευρώ.

Το νέο ενεργειακό μείγμα και οι τιμές ρεύματος

Η στρατηγική απολιγνιτοποίησης χαράχθηκε το 2019, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028. Από τότε έχουν αποσυρθεί σειρά παλαιών μονάδων της ΔΕΗ (ΑΗΣ Καρδιάς, ΑΗΣ Αμυνταίου, παλιότερες μονάδες Πτολεμαΐδας), ενώ στο σύστημα παραμένουν κυρίως ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, η Μελίτη και η νέα Πτολεμαΐδα 5, η οποία προβλέπεται να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου.

Παρά την ισχύ της Πτολεμαΐδας 5 (περίπου 660 MW και θεωρητικά 4–5 TWh ετήσιας παραγωγής), ο λιγνίτης πλέον καλύπτει μόλις 4–5% της ηλεκτροπαραγωγής, όταν πριν μία δεκαετία ξεπερνούσε το 40%. Το 2023 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μαζί με τα υδροηλεκτρικά έφτασαν περίπου στο 57% της παραγωγής, ενώ σήμερα οι ΑΠΕ καλύπτουν περίπου 46–47% και το φυσικό αέριο γύρω στο 41%.

Η νέα αυτή δομή έχει άμεση αντανάκλαση στους λογαριασμούς ρεύματος. Οι τιμές καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς διακυμάνσεις του φυσικού αερίου, καθώς οι μονάδες αερίου είναι συχνά οι μονάδες οριακής τιμής στη χονδρική αγορά. Ταυτόχρονα, η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ, με μηδενικό κόστος καυσίμου μετά την εγκατάσταση, λειτουργεί ως μηχανισμός συγκράτησης της μέσης χονδρικής τιμής.

Ευρωπαϊκές αποκλίσεις και ελληνικές προτεραιότητες

Η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με την ευρωπαϊκή πορεία απεξάρτησης από τον άνθρακα, αν και οι ρυθμοί διαφέρουν μεταξύ κρατών. Η Γερμανία στοχεύει σε πλήρη έξοδο έως το 2038, με πιθανή επίσπευση, ενώ χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία και η Βουλγαρία παραμένουν πιο εξαρτημένες από τον άνθρακα και σχεδιάζουν βραδύτερη μετάβαση.

Στο ελληνικό πλαίσιο, η διατήρηση του λιγνίτη ως «δίχτυ ασφαλείας» θα σήμαινε υψηλό κόστος ρύπων, ανάγκη επενδύσεων σε παλιές τεχνολογίες και απόκλιση από τους κλιματικούς στόχους. Η κυβέρνηση και το ΥΠΕΝ επιλέγουν να επενδύσουν στην επιτάχυνση των ΑΠΕ, στην ενίσχυση των διασυνδέσεων και στη βελτίωση της ευελιξίας του συστήματος, αντί για αναβίωση ενός καυσίμου που ούτε καθαρό είναι, ούτε πια πραγματικά φθηνό.

Σχόλιο SBCTV : Η συζήτηση περί «επιστροφής στον λιγνίτη» λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως ρεαλιστική ενεργειακή επιλογή. Με δεδομένο το κόστος ρύπων, τις δεσμεύσεις για το κλίμα και τη δομή της αγοράς, η πραγματική μάχη για χαμηλότερους λογαριασμούς ρεύματος θα κριθεί στην ταχύτητα ανάπτυξης των ΑΠΕ, στην ενίσχυση των δικτύων και στη μείωση της εξάρτησης από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, όχι στην αναβίωση ενός ακριβού και ρυπογόνου παρελθόντος.

#ενέργεια #λογαριασμοί_ρεύματος #λιγνίτης #ΑΠΕ

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.