Η κυβέρνηση αλλάζει ριζικά τη λειτουργία των προγραμμάτων «Εξοικονομώ», εντάσσοντας ενεργά τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας. Η αποπληρωμή των παρεμβάσεων θα γίνεται πλέον μέσω των λογαριασμών ρεύματος, ξεκινώντας από τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Ένα νέο μοντέλο χρηματοδότησης των ενεργειακών αναβαθμίσεων κατοικιών και μικρών επιχειρήσεων εισάγει η κυβέρνηση, εντάσσοντας για πρώτη φορά τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας στον πυρήνα των προγραμμάτων «Εξοικονομώ». Στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κλιματικού Σχεδίου, τα νέα προγράμματα, συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ, στοχεύουν στην αναβάθμιση 62.000 κατοικιών και 10.000 μικρών επιχειρήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Υψηλές επιδοτήσεις και νέα φιλοσοφία χρηματοδότησης
Τα «νέα Εξοικονομώ» επιδοτούν ευρύ φάσμα παρεμβάσεων – από θερμομονώσεις, θερμοπροσόψεις και συστήματα σκίασης, έως αντικατάσταση κουφωμάτων και αναβάθμιση συστημάτων θέρμανσης και έξυπνων τεχνολογιών. Τα ποσοστά ενίσχυσης είναι ιδιαίτερα υψηλά, καθώς μπορούν να υπερβούν ακόμη και το 80% της συνολικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Ενδεικτικά, για παρεμβάσεις αξίας 24.800 ευρώ, ένα νοικοκυριό μπορεί να λάβει επιδότηση 19.800 ευρώ και να καταβάλει τελικά μόλις 5.000 ευρώ. Η στόχευση είναι διπλή: αφενός η μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αφετέρου η επίτευξη των κλιματικών στόχων μέσω μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια.
Το κομβικό νέο στοιχείο είναι η εφαρμογή του μοντέλου «On-Bill Financing», που εφαρμόζεται ήδη σε ώριμες αγορές του εξωτερικού. Οι πάροχοι ρεύματος θα χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις παρεμβάσεις και ο καταναλωτής θα αποπληρώνει το μη επιδοτούμενο μέρος της δαπάνης μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας, με σταδιακές καταβολές.
Ρόλος παρόχων, συμβάσεις τύπου δανείου και κίνδυνοι
Σύμφωνα με το σχέδιο που παρουσίασαν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Στέφανος Παπασταύρου και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας Νίκος Παπαθανάσης, οι προμηθευτές ενέργειας θα αναλαμβάνουν για λογαριασμό του πελάτη όλη τη διαδικασία: από την αίτηση, την τεχνική μελέτη και την υλοποίηση, έως την ολοκλήρωση των εργασιών. Έτσι παρακάμπτεται ένα σημαντικό μέρος της γραφειοκρατίας που παραδοσιακά αποθάρρυνε συμμετοχές.
Η σχέση παρόχου – καταναλωτή θα διέπεται από χρηματοδοτική σύμβαση, με χαρακτηριστικά που θυμίζουν τραπεζικό δανεισμό. Στη σύμβαση θα αποτυπώνονται οι επιλεγμένες παρεμβάσεις, το χρονοδιάγραμμα, ο τρόπος αποπληρωμής, το συνολικό ποσό χρηματοδότησης, η συχνότητα και ο αριθμός των δόσεων, τυχόν εφάπαξ επιβαρύνσεις, καθώς και οι όροι πρόωρης εξόφλησης ή αθέτησης υποχρεώσεων.
Κρίσιμος παράγοντας θα είναι η εκτιμώμενη εξοικονόμηση ενέργειας. Αν, για παράδειγμα, οι παρεμβάσεις αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση 300-400 ευρώ, μέρος του οφέλους θα καρπώνεται ο καταναλωτής και το υπόλοιπο θα κατευθύνεται στην αποπληρωμή της χρηματοδότησης και στην αμοιβή του παρόχου. Όσο μεγαλύτερη ίδια συμμετοχή αναλαμβάνει το νοικοκυριό, τόσο μεγαλύτερο καθαρό ετήσιο όφελος διατηρεί.
Το μοντέλο αυτό μεταφέρει ένα τμήμα του χρηματοδοτικού ρόλου από τις τράπεζες στους παρόχους ενέργειας, δημιουργώντας μια νέα αγορά υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης. Ταυτόχρονα, εγείρει ζητήματα διαφάνειας, προστασίας καταναλωτή και ρύθμισης των όρων συμβάσεων, που θα πρέπει να αποσαφηνιστούν πλήρως στους εφαρμοστικούς κανόνες, ώστε η ανάγκη για ενεργειακή θωράκιση να μη μετατραπεί σε νέα μορφή υπερχρέωσης για τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Σχόλιο
: Η είσοδος των παρόχων ρεύματος στα «Εξοικονομώ» είναι στρατηγική στροφή: περιορίζει τη γραφειοκρατία και ανοίγει νέα αγορά για τον κλάδο ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει στο τιμολόγιο ρεύματος μια σύνθετη χρηματοδοτική σχέση. Το στοίχημα για την κυβέρνηση θα είναι να συνδυάσει την ταχεία απορρόφηση πόρων με αυστηρή ρύθμιση των συμβάσεων, ώστε το εργαλείο να λειτουργήσει ως πραγματικό δίχτυ προστασίας για τους ευάλωτους και όχι ως κρυφό δάνειο που βαραίνει τους λογαριασμούς σε μια ήδη πιεσμένη περίοδο ακρίβειας.






