Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών που βρίσκονται υπό καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών αποτελεί αναμφίβολα έναν σημαντικό σταθμό για την ελληνική οικονομία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες κρίσεων, μνημονίων και αυστηρής εποπτείας, η χώρα επιστρέφει σε ένα καθεστώς αντίστοιχο με εκείνο των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η συγκεκριμένη εξέλιξη αντανακλά μια ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών ή εάν πρόκειται κυρίως για μια θεσμική και συμβολική αναβάθμιση.
Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σήμερα μια σειρά από θετικούς δείκτες. Η δημοσιονομική εικόνα έχει βελτιωθεί αισθητά, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική πορεία, οι οίκοι αξιολόγησης έχουν επαναφέρει την επενδυτική βαθμίδα και οι εξαγωγές διατηρούν υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ωφεληθεί σημαντικά από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίοι λειτούργησαν ως βασικός μοχλός επενδύσεων, ενισχύοντας τόσο τις δημόσιες υποδομές όσο και τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Παρά τα θετικά στοιχεία, αρκετοί οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι προκλήσεις παραμένουν ιδιαίτερα σοβαρές.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά. Οι τιμές τροφίμων, ενέργειας και υπηρεσιών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η αγοραστική δύναμη των μισθών εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ταυτόχρονα, η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε έναν από τους μεγαλύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους της επόμενης δεκαετίας. Η αύξηση των ενοικίων και των τιμών αγοράς ακινήτων έχει περιορίσει σημαντικά την πρόσβαση των νέων στην κατοικία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συζήτηση για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας μετά το 2026, όταν ολοκληρωθεί η βασική περίοδος χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να απορροφήσει τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά να δημιουργήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα μπορεί να συντηρήσει την ανάπτυξη χωρίς έκτακτες ενισχύσεις.
Οι τομείς της τεχνολογίας, της καινοτομίας, της βιομηχανίας, της ενέργειας και της εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας θεωρούνται κρίσιμοι για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.
Σημαντική παραμένει επίσης η δημογραφική πρόκληση. Η γήρανση του πληθυσμού, η μείωση των γεννήσεων και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τόσο την αναπτυξιακή δυναμική όσο και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Η έξοδος από την επιτήρηση δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα έχουν λυθεί. Σημαίνει όμως ότι η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας και περισσότερους βαθμούς ελευθερίας για να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις της.
Το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι η έξοδος από την επιτήρηση. Είναι η μετάβαση από μια οικονομία που στηρίζεται στην κατανάλωση, τον τουρισμό και τους ευρωπαϊκούς πόρους σε ένα μοντέλο που θα παράγει σταθερά υψηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και διατηρήσιμη ευημερία.
SBC Σχολιο
Η έξοδος από το καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών αποτελεί αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη για τη διεθνή εικόνα της χώρας. Ωστόσο, οι αγορές δεν αξιολογούν μόνο τους δημοσιονομικούς δείκτες αλλά και την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια νέα δοκιμασία: να αποδείξει ότι μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς την «τεχνητή αναπνοή» των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και με πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Η.Κ.







