Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τη Βουλγαρία, 32% κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Ταυτόχρονα, η χώρα κατατάσσεται στην πιο αδύναμη κατηγορία και ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση, επιβεβαιώνοντας τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 βρέθηκε, μαζί με της Βουλγαρίας, στο χαμηλότερο σημείο της ΕΕ, 32% κάτω από τον μέσο όρο, σηματοδοτώντας τη διατήρηση ενός σημαντικού αναπτυξιακού κενού. Παράλληλα, η χώρα εντάσσεται στην έκτη και χειρότερη κατηγορία της Ένωσης ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο, στοιχείο που αποτυπώνει άμεσα την πίεση στο βιοτικό επίπεδο.
Πώς αποτυπώνεται το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η κατανάλωση στην ΕΕ;
Στην κορυφή της κατά κεφαλήν πραγματικής κατανάλωσης βρίσκονται Λουξεμβούργο, Γερμανία και Ολλανδία, με επίπεδα έως και 45% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, δείχνοντας πόσο άνισα κατανέμεται η ευημερία στον ευρωπαϊκό χώρο. Αντίθετα, 19 χώρες βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο, με Ουγγαρία, Λετονία και Εσθονία να καταγράφουν επίσης σημαντικές υστερήσεις, αλλά όχι στο ίδιο βάθος με την Ελλάδα.
Ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δέκα χώρες ξεπερνούν τον μέσο όρο, με Λουξεμβούργο και Ιρλανδία να κινούνται σε πολλαπλάσια επίπεδα της ευρωπαϊκής βάσης. Στο άλλο άκρο, η Ελλάδα και η Βουλγαρία μοιράζονται την τελευταία θέση, ενώ ακολουθεί η Λετονία με απόσταση 29% από τον μέσο όρο, υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε χαμηλή σχετική απόδοση.
Ποιες είναι οι τάσεις στην Ευρώπη και πού υστερεί η Ελλάδα;
Το Λουξεμβούργο παραμένει διαχρονικά στην κορυφή, αν και ο δείκτης του αποκλιμακώνεται σταδιακά, ένδειξη ότι οι πολύ υψηλές επιδόσεις συγκλίνουν προς τον μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, η Ιρλανδία καταγράφει την πιο εντυπωσιακή άνοδο στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ψαλίδα σε σχέση με τις οικονομίες της περιφέρειας.
Στο χαμηλότερο τμήμα της κλίμακας, η Βουλγαρία εμφανίζει σταθερή βελτίωση από το 2015 έως το 2025, μειώνοντας τη διαφορά της από τον μέσο όρο της ΕΕ. Χώρες όπως Ρουμανία, Κύπρος, Κροατία, Λιθουανία και Πολωνία ακολουθούν παρόμοια ανοδική πορεία, ενώ αρκετές ανεπτυγμένες οικονομίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης κινούνται ελαφρώς προς τα κάτω, περιορίζοντας το εύρος ανισοτήτων από την κορυφή.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Ο συνδυασμός χαμηλού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και ασθενούς πραγματικής κατανάλωσης σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παράγει λιγότερη αξία ανά κάτοικο και ταυτόχρονα μεταφράζει μικρότερο μέρος αυτής της αξίας σε αγοραστική δύναμη για τα νοικοκυριά. Αυτό περιορίζει τα φορολογικά έσοδα, επιβαρύνει την ικανότητα χρηματοδότησης κοινωνικών πολιτικών και δυσκολεύει την προσέλκυση επενδύσεων που στοχεύουν σε αγορές με υψηλή κατανάλωση.
Για τις επιχειρήσεις, το περιβάλλον χαμηλής κατά κεφαλήν κατανάλωσης σημαίνει μικρότερη εσωτερική αγορά και μεγαλύτερη ανάγκη εξωστρέφειας, ενώ για τους εργαζόμενους συνεπάγεται πιεσμένους μισθούς σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν δεν επιταχυνθεί η αύξηση της παραγωγικότητας και η στροφή σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ο κίνδυνος παγίωσης της χώρας σε χαμηλή θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη παραμένει ορατός.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, τα στοιχεία σημαίνουν ότι η αίσθηση «δεν φτάνουν τα χρήματα» δεν είναι απλώς υποκειμενική, αλλά επιβεβαιώνεται από τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Για τις επιχειρήσεις και την εθνική οικονομία, το ζητούμενο είναι μια στρατηγική που θα αυξήσει συστηματικά την παραγωγικότητα και το διαθέσιμο εισόδημα, ώστε η Ελλάδα να αρχίσει να κλείνει την απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ αντί να παραμένει σταθερά στην ουρά.
Διαβάστε επίσης:
Ιράν: Εσωτερική σύγκρουση για τη συμφωνία με τις ΗΠΑ και την επόμενη μέρα
Η ITM Power προβλέπει αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδας στο υδρογόνο






