Η κλοπή 12 τόνων KitKat και έργων Ρενουάρ, Σεζάν και Ματίς στην Ιταλία αναζωπυρώνει το παράδοξο της γοητευτικής ληστείας. Γιατί χειροκροτούμε ορισμένα εγκλήματα ενώ αποστρεφόμαστε άλλα;
Η πρόσφατη κλοπή 12 τόνων σοκολατών KitKat από φορτηγό στην Ιταλία, σε συνδυασμό με τη ληστεία έργων των Ρενουάρ, Σεζάν και Ματίς από μουσείο στη βόρεια Ιταλία, επανέφερε στο προσκήνιο ένα γνώριμο πολιτισμικό παράδοξο: γιατί ορισμένες ληστείες μας φαίνονται σχεδόν… απολαυστικές; Παρότι όλοι αναγνωρίζουν ότι «η κλοπή είναι κακή», ιστορίες σαν κι αυτές γίνονται viral, όχι επειδή προκαλούν οργή, αλλά επειδή γεννούν ένα μείγμα θαυμασμού, χιούμορ και κρυφής συμπάθειας για τους δράστες – εφόσον κανείς δεν τραυματίζεται.
Η γλυκιά πλευρά του εγκλήματος και ο γίγαντας Nestlé
Η υπόθεση KitKat είναι, εκ πρώτης όψεως, σχεδόν κωμική: άγνωστοι οργανώνουν επιχείρηση για να κλέψουν 12 τόνους σοκολάτας σε σχήμα μονοθεσίων F1. Το ερώτημα «τι θα κάνουν τόση ποσότητα τόσο αναγνωρίσιμων προϊόντων;» προσθέτει στη σουρεαλιστική διάσταση της υπόθεσης. Επιπλέον, όταν το θύμα είναι μια πολυεθνική όπως η Nestlé, με έντονα αμφισβητούμενες επιχειρηματικές πρακτικές, η κοινή γνώμη δυσκολεύεται να αισθανθεί συμπόνια.
Η ίδια η εταιρεία αντιμετώπισε το συμβάν με χιούμορ, εκδίδοντας ανακοίνωση που έπαιζε με το γνωστό σλόγκαν «Have a break» και λανσάροντας μέχρι και «ιχνηλάτη κλεμμένων KitKat» την Πρωταπριλιά. Ουσιαστικά, ένα ποινικό αδίκημα μετατράπηκε σε ανέξοδη καμπάνια δημοσιότητας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα «χαριτωμένο έγκλημα» χωρίς πραγματικά θύματα.
Η ρομαντικοποίηση των ληστειών τέχνης
Αντίστοιχα, οι ληστείες έργων τέχνης – από το πρόσφατο χτύπημα στην Ιταλία μέχρι την θρασύτατη κλοπή στο Λούβρο – τροφοδοτούν μια διαχρονική φαντασίωση: τον μασκοφόρο διαρρήκτη που, με κινηματογραφική ψυχραιμία τύπου «The Thomas Crown Affair», αρπάζει έναν πίνακα και χάνεται στη νύχτα. Παρότι η απώλεια πολιτιστικών θησαυρών είναι αντικειμενικά σοβαρή, μεγάλο μέρος του κοινού αντιδρά με ένα κρυφό «μπράβο για το θράσος».
Η γοητεία αυτή σχετίζεται με την αίσθηση απτής, αναλογικής δράσης σε έναν κόσμο όπου η πλειονότητα των εγκλημάτων – από απάτες μέχρι κλοπές δεδομένων – είναι αόρατες, ψηφιακές και απρόσωπες. Όταν κάποιος κλέβει τα προσωπικά μας δεδομένα ή παραβιάζει τον τραπεζικό μας λογαριασμό, νιώθουμε ανίσχυροι απέναντι σε ένα άυλο σύστημα. Αντίθετα, μια ληστεία μουσείου ή φορτηγού σοκολάτας είναι χειροπιαστή, «παλιάς κοπής», με σχέδιο, ρίσκο και φυσική παρουσία.
Ηθικά όρια και η ανάγκη για αφήγηση
Η αρθρογράφος επισημαίνει το προσωπικό της παράδοξο: καταδικάζει τον διαρρήκτη που της έκλεψε τον υπολογιστή, αλλά νιώθει σχεδόν συμπάθεια για τον άνθρωπο που αποσπά έναν πίνακα με ψάρια από γκαλερί. Η διαφορά βρίσκεται στο αφήγημα. Οι «μεγάλες ληστείες» προσφέρουν πλοκή, χαρακτήρες, τόλμη – στοιχεία που θυμίζουν κινηματογράφο και επιτρέπουν στο κοινό να ταυτιστεί με τον «έξυπνο κλέφτη» αντί με το θύμα.
Πίσω από αυτή τη στάση κρύβεται και μια κριτική στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα: όταν θύμα εμφανίζεται ένας κολοσσός ή ένα αφηρημένο ίδρυμα, η ηθική μας ενσυναίσθηση ατονεί. Η κοινωνία, κουρασμένη από αόρατες ψηφιακές απειλές, δείχνει σχεδόν ανακουφισμένη όταν το έγκλημα επανέρχεται στο υλικό πεδίο – ακόμη κι αν γνωρίζει ότι, στο τέλος της ημέρας, η κλοπή παραμένει κλοπή.
Σχόλιο
: Η μαζική γοητεία για τις «ευφυείς» ληστείες δείχνει πόσο βαθιά έχουμε αποξενωθεί από τον απρόσωπο, ψηφιακό καπιταλισμό: προτιμάμε τον ορατό, θεαματικό παραβάτη από τα αόρατα συστήματα που μας απομυζούν καθημερινά, ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι η ηθική διάκριση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, θολή.






